Απόσταση IV

Από το ημερολόγιο της Βιβιέν
Δεν της άρεσαν τα κόκκινα τριαντάφυλλα. Προτιμούσε όλα τα άλλα λουλούδια, μόνο να μην της δίνατε κόκκινα τριαντάφυλλα. Δεν ξέρω γιατί. Δεν μου είπε. Γενικά δε μιλούσε. Καθόταν μόνο, χαμογελούσε που και που και σκεφτόταν -υποθέτω-. Γιατί μπορεί οι σκέψεις της να ήταν το απόλυτο κενό, -και το κενό όμως δεν είναι κάτι;
Κάποτε έλεγε απέξω ποιήματα, κατεβατά ολόκληρα, που τα θυμόταν ατόφια, σαν να τα διάβαζε εκείνη τη στιγμή από βιβλίο. Συχνά μου ζητούσε να κρατάω εγώ το βιβλίο και να παρακολουθώ, να δω αν έκανε λάθη. Δεν έκανε. Ήταν πάντα σωστή. Ακόμα και στις παύσεις που είχε σημαδεμένες με κάθετες γραμμές ανάμεσα στους στίχους. Εγώ της το έλεγα για να χαρεί, ότι ήταν πάντα σωστή, εκείνη βυθιζόταν ακόμα περισσότερο.
Δεν καταλάβαινα γιατί και σίγουρα δε θα μου εξηγούσε όσες φορές κι αν ρωτούσα. Γι’ αυτό δε ρώταγα. Σπάνια, με έβαζε να της διαβάζω εγώ ποιήματα. Της άρεσε ο Δροσίνης κι ο Παλαμάς. Ο πρώτος μου άρεσε κι εμένα. Όχι πολύ, αλλά εντάξει, θα τον διάβαζα και μόνη μου. Τον δεύτερο δεν τον ανεχόμουν με τίποτα. Ή μάλλον, τον ανεχόμουν για χάρη της. Μόνο για κείνην…
Προσπαθώ να θυμηθώ πιο ποίημα της άρεσε περισσότερο αλλά δε θυμάμαι. Εγώ δεν μπορώ να θυμηθώ τίποτα από εκείνα που της διάβαζα. Κρίμα. Ότι μαθαίνει κανείς, χρήσιμο… Θυμάμαι ότι της άρεσαν τα καπέλα. Και τα silk flowers. Τον συνδυασμό των δύο, τον λάτρευε. Είχε αρκετά καπέλα, φυλαγμένα σε σκονισμένες καπελιέρες πάνω από το ξύλινο ερμάρι της.
Δυο φορές το χρόνο έλεγε στην κυρία Μαρία να τα κατεβάσει όλα κάτω. Τότε, προσεκτικά, τα έπαιρνε στα χέρια της ένα – ένα και με τα δάκτυλα, τα έψαχνε, για τα παλιά σημάδια που ήξερε ότι είχαν. Ένα μικρό γδάρσιμο εδώ, το ύφασμα που έχει φθαρεί κι δεν είναι το ίδιο πυκνό εκεί, το φτερό που μάδησε από την πολυκαιρία. Τότε μόνο μιλούσε. Αλλά και πάλι δεν έλεγε πολλά. Εκείνες οι επισκέψεις μου άρεσαν περισσότερο, τις περίμενα…
Άλλες φορές μου ζητούσε να της παίξω κάτι στο πιάνο. Συνήθως μου ζητούσε να ετοιμάσω κάτι από πριν. Πάντα αυτά που μου ζητούσε ήταν δύσκολα, δεν είχα την υπομονή να τα μάθω, δεν της τα έπαιζα ποτέ όπως θα ήθελε να τα ακούσει. Κι όμως, δεν παραπονιόταν. Δεν γκρίνιαζε. Γινόταν μόνο πιο σιωπηλή, μαρτυρικά σιωπηλή και τα απογεύματά μου δίπλα της περνούσαν πιο αργά.
Κάθε απόγευμα, από τις τέσσερις μέχρι τις επτά. Από Δευτέρα μέχρι Παρασκευή. Θυμάμαι πόσο κατσούφα ήμουν τις Δευτέρες και πόσο χαρούμενη τις Παρασκευές. Οι δικές της διαθέσεις ήταν ανάποδες. Ήταν χαρούμενη τις Δευτέρες και κατσούφα τις Παρασκευές. Τότε μου φαινόταν παράξενο. Τώρα… Το καταλαβαίνω. Για εκείνη το Σαββατοκύριακο δεν είχε ξεχωριστή αξία. Ήταν ακόμα δυο μέρες, μέσα στις επτά.
Τη λυπόμουν. Όχι για τους λόγους που θα μπορούσε κανείς να φανταστεί, όχι επειδή ήταν γριά και τυφλή και περνούσε τις μέρες της καθισμένη στη τζαμαρία κοντά σ’ εκείνη τη μεγάλη σόμπα, χειμώνα καλοκαίρι, ακόμα κι όταν ήταν σβηστή. Δεν τη λυπόμουν που δεν έβγαινε ούτε μέχρι τον κήπο κι επέμενε να είναι πάντα γεμάτα τα βάζα με λουλούδια. Ποτέ κόκκινα τριαντάφυλλα, το είπαμε αυτό.
Τη λυπόμουν γιατί είχε ζήσει. Κι ήθελε να το ξεχάσει. Και δεν μπορούσε. Απόδειξη τα ποιήματά της, που τα θυμόταν όλα τόσο καθαρά. Μου πήρε χρόνια να την καταλάβω, την καλή μου τη γιαγιά, πόσο πολύ την πονούσε που δεν μπορούσε να ξεχάσει. Μέσα σ’ εκείνες τις ατελείωτες σκοτεινές ώρες της θυμόταν το φως που είχε ζήσει και πονούσε. Κι όταν δε θυμόταν το φως, θυμόταν τους πόνους της τους περασμένους και πονούσε ξανά.
Να θυμηθώ να πάω στον τάφο της… Να της πάρω λουλούδια.
Filed under: Απόσταση | 9 Comments
Ξαναδιάβασα τα προηγούμενα για να τα΄χω φρέσκα και μπήκα να δω τι έγινε τελικά με το ζευγάρι και έμεινα με την απορία. Είναι όμως καλογραμμένο, Μεγαλειοτάτη μου.
Να ξεχάσει τους πόνους? Μα έτσι θα ξέχναγε και τις χαρές που ΄ναι συνυφασμένες μαζί τους. Εκτός αν ενδόμυχα απολάμβανε το να αυτοοικτίρεται.
Οι πόνοι και οι χαρές δεν είναι ζευγάρια για να είναι συνυφασμένα το ένα με το άλλο όμως. Δεν βλέπω πως το να πονά κάποιος για την ζωή που έφυγε μπορεί να ερμηνευθεί ως απόλαυση. Για να πω την αλήθεια με παραξένεψε αυτό το συμπέρασμα.Με κάνει να πιστεύω ότι δεν έζησες ποτέ αυτό το συναίσθημα. Είναι αλήθεια αυτό;
Ρενάτα μου για το ζευγάρι δεν αποφάσισα ακόμα, οπότε συνέχεια για τo main plot προς το παρόν δεν μπορώ να γράψω. Επείδή όμως έχω άλλες σχετικές ιδέες, είπα να τις σημοσιεύσω, τόσο καιρό κάθονταν στα drafts. Για το άλλο τώρα, πιστεύω στις ευεργετικές ιδιότητες της λήθης. Είναι άσκοπο να επιστρέφεις νοερά και να ξαναζείς καταστάσεις-δε λέω ότι προσωπικά δεν το κάνω, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως δεν αναγνωρίζω το pointless της κατάστασης.
Passenger, αρχικά, πρέπει να ομολογήσω ότι υπάρχει μια σοβαρή πιθανότητα να έχω παρανοήσει αυτό που γράφεις. Σύμφωνα όμως με αυτό που έχω καταλάβει, συμφωνούμε απόλυτα στο ότι η χαρά και η λύπη είναι ανεξάρτητες και δεν υπάρχει κανένας λόγος να μεμψιμοιρεί κανείς για όσα έζησε και τελείωσαν. Αυτό που ήθελα να πω μέσα από το κείμενο ήταν ότι είναι δύσκολο να μην μπορείς να ξεχάσεις, να αφήσεις πράγματα πίσω σου και ότι όταν βρίσκεσαι σ’ αυτή την κατάσταση μόνο δυστυχισμένος μπορείς να γίνεις. Η γριά του κειμένου πάντος, σίγουρα ήταν δυστυχισμένη. Και σίγουρα δεν απολάμβανε να σκέφτεται that her life passed by. Εγώ δεν έχω νιώσει αυτήν την απελπισία σε τέτοιο βαθμό και ειλικρινά, ελπίζω να μην τη νιώσω…
Βασικά η ερώτηση στην Ρενάτα απευθυνόταν αλλά στο δικό σου σχόλιο έχεις γράψει αυτό που σκεφτόμουν και εγώ. Thank you.
Passenger, ναι τελικά εκσεφτηκά το ότι μπορεί να εμιλούσες στη Ρενάτα, αλλά ήταν ήδη too late. Don’t mention it.
Όμορφο…τρυφερό…πολύχρωμο και γεμάτο συναίσθημα.
Καλησπέρες!
Εύη ευχαριστώ και καλό βράδυ!
Oh! New template. I like it but I thought you didn’t like plain surfaces. No?
I dont like white on walls. And I am not really neat in my everyday life. I like to describe myself as colorful. Yet, not green! I needed a change. And this template is definately a change. And a chance to do better research for the pictures I use in my posts. It wont be empty. It will be full of words.
Glad you like it!