Mon cher Comte
Πρέπει να σου εκμυστηρευτώ κάτι. Όταν δεν με βλέπεις, όταν δεν με ακούς, δεν είναι επειδή δεν είμαι εκεί. Εγώ δε λείπω ποτέ, πάντα δίπλα σου είμαι. Και σ’ ακούω. Συνέχεια. Ακόμα κι όταν δεν το θες, γιατί το ξέρω, υπάρχουν και τέτοιες στιγμές. Στιγμές που δε θέλεις να σ’ ακούει και να σε βλέπει κανείς. Εγώ όμως είμαι εκεί. Για καλό ή για κακό, κάποιες φορές παρούσα, πιο παρούσα από οποιονδήποτε άλλο κι άλλες φορές απούσα, εξαφανισμένη, αόρατη κι αμίλητη, μα πάντα πίσω σου -ή και μπροστά σου- κι ας μην το ξέρεις…
Μου είναι δύσκολο, να ακούω χωρίς να μιλάω, να βλέπω χωρίς να σχολιάζω. Έχω την τάση να σκέφτομαι πολύ, να υπεραναλύω και δυσκολεύομαι να μην κοινοποιώ τις σκέψεις μου. Αυτό τρομάζει τους ανθρώπους, τους διώχνει. Κρίμα; Ποιος ξέρει… Όμως υπάρχουν και μέρες που δεν ξέρω τι να πω. Δε θέλω να προβάλλομαι μέσα από σένα. Δε θέλω να τα φέρνω όλα στα μέτρα μου, να τα κάνω όλα “για μένα”. Κάποια πράγματα είναι δικά σου. Αποκλειστικά. Γι’ αυτό εγώ τότε δεν μιλάω. Δε φαίνομαι.
Φοβάμαι όμως. Ότι εσύ δεν το βλέπεις έτσι. Ότι πιστεύεις πως στα δύσκολα τρέχω κι αυτό δεν είναι αλήθεια. Αν υπάρχει κάτι που δεν είναι σίγουρα αλήθεια, είναι αυτό. Εγώ στα δύσκολα κολλάω. Δυστυχώς. Είναι όμως πράγματα που τα περνάμε μόνοι μας. Μου λες ότι νιώθεις μόνος. Σκέφτομαι πως η εφηβεία είναι μια παρατεταμένη περίοδος μοναξιάς. Εσύ, αν και χρονολογικά βγήκες εδώ και χρόνια από την εφηβεία, μου θυμίζεις έφηβο. Σκέψου το σαν παράταση εφηβείας, θα περάσει.
Μη μου θυμώνεις όμως σαν έφηβος. Γιατί τότε αρχίζεις να αποκωδικοποιείσαι. Αρχίζω να βλέπω μέσα σου. Και δεν είμαι σίγουρη ότι μου αρέσει αυτό. Γιατί αν αρχίσω να προσθέτω πράγματα στην εικόνα σου, η εικόνα θα αλλάξει και θα πρέπει να μάθω από την αρχή να την αγαπώ. Κι ίσως να μην έχουμε τον χρόνο για κάτι τέτοιο. Μας πήρε σχεδόν είκοσι χρόνια για να φτάσουμε εδώ. Κρίμα θα είναι να τα χάσουμε όλα…
Ξέρεις, πρέπει να ήμουν πολύ μικρή, αλλά θυμάμαι μια περίοδο που φοβόμουν τον κήπο δίπλα στο σπίτι. Ξέρεις ποιο σπίτι λέω. Εκείνο το πρώτο. Ήταν ένας πολύ παλιός κήπος, τα δέντρα ήταν πολύ ψηλά και το χώμα κάτω δε φαινόταν από τα φύλλα που έριχναν. Ήταν εκείνα τα δέντρα που κάνουν κάτι κόκκινους καρπούς σαν μούρα, που δεν τρώγονται όμως, δεν ξέρω πως τα λένε. Από εκείνον λοιπόν τον κήπο έρχονταν πάντα παράξενοι ήχοι. Κελαηδίσματα πουλιών και κελάρυσμα νερού, χειμώνα καλοκαίρι. Μα το πιο παράξενο ήταν κάτι νότες μεταλλικές. Πολύ παράξενες για τα παιδικά αυτιά μου.
Θυμάμαι που ξάπλωνα τα βράδια στο κρεβάτι μου, άκουγα όλους αυτούς τους ήχους μέσα στην ησυχία της νύχτας -ούτε καν αυτοκίνητα δε θυμάμαι να ακούγονταν τότε- και έπειθα τον εαυτό μου ότι τραγουδούσαν νεράιδες καλές, για να μη φοβάμαι. Μέχρι που χειμώνιασε. Κλείναμε τα παράθυρα, δεν άκουγα πια το τραγούδι τις νύχτες. Δεν το άκουγα ούτε καν τα απογεύματα. Οι ήχοι εξαφανίστηκαν. Πάνω που άρχισα να τους αγαπώ.
Ίσως ένας από τους μεγαλύτερους φόβους μου να είναι η αλλαγή. Ξέρω πως μεγαλώνοντας οι άνθρωποι αλλάζουν. Το βλέπω καθημερινά γύρω μου. Κι αυτό με φοβίζει. Γιατί αλλάζουν αυτοί, αλλάζω εγώ, θα ξυπνήσω μια μέρα και δε θα τους αναγνωρίζω γύρω μου. Δε θα ξέρω τους ανθρώπους με τους οποίους μοιράζομαι τη ζωή μου. Θα μου είναι άγνωστοι. Ένα δωμάτιο γεμάτο αγνώστους, που δε θυμάμαι καν πως τους γνώρισα.
Όπως ο κήπος, δίπλα από κείνο το σπίτι. Πέρασα απ’ εκεί τυχαία, πριν από μερικές εβδομάδες. Ο κήπος κάτι μου θύμιζε, όμως μου πήρε δυο ώρες να θυμηθώ τι. Ο κήπος ήταν σχεδόν ο ίδιος, όπως τον θυμάμαι. Εγώ όμως άλλαξα. Δεν περιμένω νεράιδες να με νανουρίσουν κι έχω διπλά γυαλιά στα παράθυρα, για να μην ακούω το θόρυβο του δρόμου. Ζω πάλι δίπλα σε ένα μεγάλο κήπο, μ’ αυτό ήταν τύχη, όχι επιλογή. Και φοβάμαι. Πως έχουν πια λυθεί τα μεγάλα μυστήρια. Πως όταν τώρα, μέσα στη μέση της νύχτας ακούσω μεταλλικούς μελωδικούς ήχους δε θα σκεφτώ πως τραγουδούν νεράιδες αλλά πως κάποιος γείτονες έχει μελωδούς στον κήπο του. Πως τώρα, όταν σε ξανακοιτάξω, δε θα αντικρίσω έναν άνθρωπο – μυστήριο που τον νιώθω όμως δικό μου, αλλά έναν άνθρωπο – βιβλίο ανοικτό που μου είναι ξένο, γιατί το διάβασα και δεν μου άρεσε.
Μακάρι να με έπαιρνες τηλέφωνο να μιλήσουμε απόψε. Έχω την ανάγκη να ακούσω μια φωνή δική μου, που δεν βγαίνει όμως από το στόμα μου. Και ακόμα κι αυτό, που ήταν δήθεν για σένα, “για μένα” το έκανα πάλι.
Όπως και να ‘χει, καληνύχτα κόμη. Μου λείπεις θανατερά.
Filed under: My family and other animals, Wind Chimes, Δικά της..., Μνήμες | 7 Comments
Με άγγιξες γαλαζοαίματη..
Και indeed.. υπάρχουν κάτι κήποι που τους φοβόμαστε. Μετά τους αγαπούμε, τους συνηθίζουμε. Συνηθίζουμε στην ιδέα και στην ύπαρξή τους.
Μετά όταν χαθούν αυτοί.. με μια αλλαγή, φαντάζει παράξενο..
Και όταν μετά απο χρόνια ξαναδείς τους κήπους .. παραμένουν οι ίδιοι.. αλλά εσύ δεν τρομάζεις, ούτε έχεις την ίδια άνεση όταν βρίσκεσαι γύρω τους. Γιατί αλλάζεις.
Και σε κήπους μπήκες πολλούς. Σε άλλόυς έκατσες να δεις τις ομορφιές σου, σε κάποιους άλλους μπήκες αλλά βγήκες απευθείας..
Και είναι και κάποιοι άλλοι κήποι με μεγάλα καγκελα, σιδερένια, στιβαρά που δεν μπορείς να τα προσπεράσεις. Και έτσι μένουν κλειστοί. Όσο όμορφοι κι αν είναι..
όταν δεν μας παίρνουν τηλέφωνο, παίρνουμε εμείς!
και παρντόν για το πεζό σχόλιο!
Αντρέα νομίζω πως πρέπει να ενσωματώσω το σχόλιό σου στο κυρίως κείμενο. Thx a lot for the very well written addition!
Κροτούλα όταν είναι middle of the night εδώ, συν τισ δύο ώρες εκεί, δεν παίρνεις τηλέφωνο έναν άνθρωπο που ξέρεις πως όταν τον ξυπνήσεις δεν κοιμάται. Και γενικά… Δεν μου βγαίνει. Δεν ξέρω γιατί, απλά δεν μου βγαίνει… So, κάθομαι και γράφω μελό…
Το διάβασα πολλές φορές και δίσταζα να σου γράψω, γιατί ένιωθα σα να παραβίαζα το ημερολόγιό σου. Το σχόλιο του Ανδρέα είναι εξαιρετικό.
Του τηλεφωνάς, γιατί πού ξέρεις αν δεν ένιωθε την ανάγκη να σ’ ακούσει ? Να τα λες, για να μην σκεφτείς κάποτε πως είχες την ευκαιρία και την έχασες.
Φιλιά
Ρενάτα μου από τη στιγμή που κάτι μπαίνει με ανοικτά τα σχόλια δεν είναι παραβίαση να μου γράψεις. Όταν κάτι δε θέλω να σχολιαστεί τα κλείνω, όπως άλλωστε κάνεις κι εσύ. Τελικά μάλλον θα τηλεφωνήσω σήμερα… Κι αν δεν καταφέρω να τα πω, θα του τα στείλω γραμμένα. Φιλιά πολλά!
Su Majestad La Reina Isabel:
Αρχικά, οφείλω να δηλώσω τα σέβη μου στο εξαιρετικό σας μπλόγκ!
Αν και οι υπόλοιποι αναγνώστες σας στα σχόλια τους σας παροτρύνουν να τον πάρετε τηλ., εγώ θα έλεγα ότι καλύτερα θα ήταν να μην το κάνετε.
Εξάλλου το είπατε και εσείς η ίδια ως απάντηση στην Κrotkaya: “Δεν μου βγαίνει”
Είμαι της γνώμης ότι ό,τι “βγαίνει” από μέσα μας πρέπει να το εμπιστευόμαστε.
Maraki.
Μαράκι ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια. Τα ένστικτα είναι για να τα ακολουθούμε, ναι;