Angel from Montgomery


It’s been a while since I last wrote something here. I can’t eve remember what my last post was about and I can’t really be bothered to look it up. Time seems to pass without my consent and I don’t even realise how long it’s been until suddenly it’s «the end» or «a beginning» and things are changing again.

I had two job interviews today. My back and feet are killing me, ’cause I also met a friend for lunch and went for a stroll around the canals. In 3.5 inch heels. Uncomfortable. Then I had to rush to the Argentine Tango Society’s election – yeah, this is the end of my reign.

Another end, hopefully another beginning.

I’m tired. But I have a skype meeting with a critique group for the novel I’m writing in about 3 hours. I’ll probably nap in the meantime, if I manage to calm myself enough to sleep. Sleep no longer eludes me, thankfully. Dreams don’t elude me either, yet, to be honest, I never had trouble dreaming, awake or asleep, my head is always filled with surrealist fantasies -whether I like it or not.

I’m too long-winded. My sentences rarely make sense when I forget to stop.

Do I want to make sense? I don’t know.

I’m wearing this oversized white shirt, without a bra, and it feels weird against my nipples, trying to be linen but being too synthetic to pull it through, then trying to be cotton and still coming short. I’m also wearing my new hippie earrings, two silver crosses with a blue stone on top that almost look sacrilegious in their disregard for christian symbols and propriety, or am I projecting again? Giving them a meaning they don’t have so that they ‘ll suit my mood?

I’m tired. It had been a good day today. It was cloudy but not raining and once again, Birmingham proved to be a city I’d love to live into. I’ll know soon enough about one of those jobs.

I’m scared.

And writing that line was harder than talking about the shirt and my nipples.

I’m scared. Of rejection, of failure, of going back home to live two doors down from my mother and always regret not trying harder, doing something, anything, to stay away. And it’s not even living close to my mother that I’m dreading. It’s all the things I hate about my birthplace and its mentalities. And all the things I love.

Yet, if failure comes, I know I’ll survive. I always do. I think it’s genetic. Women in my family, on all sides of the family, are survivors. We face wars and losing our loved ones, marrying moody murderers and burying our children. We face cancer and smoke in our deathbeds, divorce husbands we loved and stay with those we don’t.

If one can somehow live through all that, I can definitely face failure. It won’t be the first time. It’s just that the other, smaller failures were not as heartbreaking.

Heartbreaking. As if a muscle pumping blood can break without killing you.

I know I’ll be fine. I’ll wake up the next morning, brush me hair and fix my make up. Wear something with a bow or a pattern, or hippie earrings with dangling crosses. And big silk flowers in my coat’s buttonhole, it’s spring, after all. I’ll smile and say «good morning». I’ll be myself, or that self that emerges every time the real me goes into hiding. I’ll cook lunch and whip a quick desert. I’ll make T. laugh and I. curse me in serbian ’cause «deserts make her fat».

I’ll be wearing the white shirt I sleep in, the one with the vaguely familiar material, and make a cosmopolitan so that I can drink alone in private, just one. It’s exhausting getting dolled up and going out for a drink, always with the expectation of another boy that tries to be a man and sex, maybe some intimacy if you’re lucky, ’cause damn me, if it hasn’t been too long for a woman to still have some self-esteem left, another dissapointment.

Or is this another failure?

Those nights that I’m sure I’ll never be a wife, or a mother, even though, in all honesty and feminist beliefs aside, I’ve never wanted to be either. Why does it feel like a failure, this certainty that I won’t become something I’ve ever wanted to be.? Insanity? Or just conformity?

Do I even make sense tonight? There’s a fog around my brain, I’m not sure if I’m still capable of real thought processes. I’m sure I’m not capable of actually writing something beautiful, or even heartfelt.

These are just scribblings that my hand is too tired to write longhand. Typing is easier.

Typing and then sending away, a message to the void is redemptive.

And sad.

I think I should say goodnight.

Maybe this foul mood will leave by morning.

I’m not sure if I’m sliding down a rabbit hole or if I’m hauling my self up again.

(Listen to «Angel from Montgomery» by this girl. I have it on repeat.»)



Θυμάμαι το πρωί στο σχολειό, πριν αρχίσει το μάθημα να ακούμε ραδιόφωνο και να λέει ο εκφωνητής για sms και emails από φοιτητές που του γράφουν «παίξε το ένα και παίξε το άλλο, έχουμε πήξει στο διάβασμα».

Θυμάμαι να σκέφτομαι, είναι 5 η ώρα το πρωί, τι στο διάολο κάνουν ακόμα ξύπνιοι;

Τώρα ξέρω.

Και νυστάζω γαμώτο αλλά σε 7 ώρες έχω deadline. Είμαι κοντά, όλα γραμμένα είναι, απλά το editing με σκοτώνει. Για τα γαμημένα τα citations δε θέλω ούτε να μιλάω…




Καλή χρονία, χρόνια πολλά κι όλα δεξιά να μας πάνε!

Καλή χρονιά ήταν η περσινή, αν και για να είμαι ειλικρινής πάντα έτσι λέω, η αιώνια αισιοδοξία βλέπεις, μόνο το 1997 ήταν χάλια ως χρονιά, οι άλλες καλές μου φαίνονται. Well, και το 2003 δεν ήταν πολύ σπουδαίο αλλά χάλια δεν ήταν. Ελπίζω το 2010 να είναι ακόμα καλύτερο.

Δεν έχω «new year’s resolutions» φέτος. Το μόνο που ξέρω είναι ότι θέλω να είμαι καλά (υγεία πάνω απ’όλα), να ζω καλά, να είναι τα πόδια μου γερά να περπατάω με καλή μουσική στα αυτιά, να φοράω τις λουλουδάτες μου καρφίτσες και τα φτερά, να πίνω τα τσαγάκια μου και να φτιάχνω σπιτίσια cosmopolitan (με cointreau, κι όχι triple sec), να χαμογελώ, να ταξιδεύω, να μη σκοτίζομαι για δουλειές, λεφτά και γαμπρούς, να παραβλέπω όσα με εκνευρίζουν και ενίοτε να γράφω.

Κι επειδή αποφάσισα ότι πια θα κάνω ό,τι θέλω τζαι ποιος αρωτά, όλα τα πιο πάνω γίνονται.

Α, κι επειδή στο χριστιανισμό δε με βλέπω να ξαναπιστέψω ποτέ, λέω να ερευνήσω τον παγανισμό. Αν είναι κι αυτοί κρυφοφαλλοκράτες εγώ θα ασπαστώ τη wicca. Και θα το πω και στη μάνα μου…

Day 24


I have officially given up on NaNoWriMo. I just had to find a couple of minutes to announce it.

I don’t know what’s freaking wrong with this year. (And by this year, I mean the one that started in September, my years always start in September.) It’s crazy! I haven’t been this busy since… Well, I’ve never been this busy before. It’s as if the world will stop spinning if I stop pushing, so I keep pushing and making «to-do» lists that never end and new things get added on and it goes on and on and on and on…

Frankly, I’m tired. Really. I’m exhausted.

I think I may be going through an existential crisis. People are supposed to get those when they are at crossroads, aren’t they?

The thing is, I think I’m going through these every couple of months. Or is it every couple of weeks? Maybe it’s hormonal… Hmmmm….

The thing is… I’ve always imagined myself as the lady in the orange dress, even long before I saw that picture. Maybe the problem is that right now, I don’t know if I’ll ever be that woman in that dress. I can’t tell if she’s in my future.

The picture is just orange. And it reminds me of «Paris holds the key to your heart». Which in turn reminds me of Sonia. And Eve. And Donna. And inevitably Danae.

Day 11


Δεν γράφω τελικά στο blog κάθε μέρα όπως ήθελα. Life happens, που λέει και η καταπληκτική καθηγήτρια φιλοσοφίας που έχω φετός. Πολύ περίπτωση αυτή η γυναίκα.

«I didn’t want to have children,» λέει στο πρώτο μας σεμινάριο » and then I turned 36. Biologists aren’t shitting us, you do feel as if a clock is ticking after a certain age… I had twins. And now I don’t sleep anymore. So if I loose concentration on this lovely Tuesday morning, bring me back to the subject gently.»

Τέσπα… Το NaNoWriMo συνεχίζεται, τις περισσότερες φορές χωρίς εμένα, αλλά εξακολουθώ να προσπαθώ να ξεκλεύω χρόνο για να γράψω. Κάποτε το καταφέρνω. Κάποτε όχι.

Fuck… Οι αιτήσεις για τη δουλειά με σκοτώνουν… Ειλικρινά… Θέλω να δείρω τους HR Executives που σκέφτονται όλες αυτές τις ερωτήσεις. Καταλαβαίνω τι προσπαθούν να καταλάβουν, αλλά κάποιες από αυτές θέλουν τόσο research όσο ήθελαν on average τα essays που έκανα για το πανεπιστήμιο πέρσι.

Παράλληλα φυσικά, με τραβάει και το πρόγραμμα Βιέννα-Βρυξέλλες (hello! Vienna, that I love, and Brussels, what’s not to like? Okay, german may be a problem, even though they are not officially required…)

Α, και στην κοπελιά που έστειλε τις φωτογραφίες απόψε και μ’ έκανε να ζηλέψω: Τέλειο το μαλλί, δεν το συζητώ! Αν το κόκκινο ταίριαζε στην επιδερμίδα μου -που δεν ταιριάζει- αυτό θα ήθελα… Αχχχ… Α! Και βρήκα τον άλλο τυχαία on facebook. Το χρησιμοποιεί καθόλου ή να μην ασχοληθώ να τον «add as friend»? Kαι το μαλλί το καινούριο τον μεγαλώνει να του πεις, του προσθέτει μια δεκαετία μες το νερό… <– Αυτό μάλλον έπρεπε να το είχα βάλει σε email, ε? Ίσως αύριο.

Κι επειδή το ακούω από το πρωί, ανέβηκε στα κεραμίδια η καρδιά μου κι έκλαιγε (στο youtube ανοίγει, αν το έχει κάποιος σε mp3, έτσι, όπως το τραγουδάει η Σπείρα, θα το εκτιμούσε αν μου το έστελνε).

Day 4


Την Day 3 την έφαγαν οι κότες. Δεν έγραψα ούτε μια λέξη.

Σήμερα έγραψα γύρω στο 1/3 από όσες θα έπρεπε. Είμαι πολύ πίσω αλλά παραμένω αισιόδοξη. Αύριο θα έχω πολλές, πολλές ώρες για να γράψω. Αυτά.

Στις υπόλοιπες ειδήσεις, έχω ετοιμάσει ένα short-list με prospective employers, θα προσπαθήσω να τελειώσω με τα applications μέχρι την επόμενη βδομάδα και μετά θα περιμένω υπομονετικά για απαντήσεις. Παραδόξως, οι περισσότερες πόλεις στις οποίες κάνω αιτήσεις αρχίζουν από B και C. Υποθέτω πρέπει να αναφέρω that I am under no circumstances applying to London. London is a big no-no.

Και κάτι γενικό για τη Ρενάτα: Καλή μου αυτά που γράφω δεν τα δημοσιεύω κάπου. Αυτό το «πρόγραμμα» σου βάζει ένα στόχο και είναι πάνω σε σένα το αν θα λες την αλήθεια όταν γράφεις πόσες λέξεις έγραψες σήμερα στο σωστό κουτάκι. Ναι, μπορείς να γράψεις ψέματα, αλλά αυτό είναι εντελώς δικό σου θέμα. They don’t care. Έτσι κι αλλιώς, αν δεν τις έγραψες τις λέξεις δεν μπορείς να τις στείλεις παρακάτω οπότε στην τελική, δεν λες ψέματα σ’αυτούς, αλλά στον εαυτό σου.

Όταν έχω κάτι που μου αρέσει αρκετά, θα το δημοσιεύσω εδώ. Μέχρι τότε, happy writing! 🙂

Day 2


Μόνο 130 λέξεις σήμερα (εκτός κι αν γράψω κι άλλο στο κρεβάτι αργότερα). Είμαι officially πίσω. Όμως αυτή η βδομάδα είναι τρελή, ελπίζω ότι θα καταφέρω να γράψω περισσότερο την επόμενη.

Η RoAm περιμένει το Σαββατοκύριακο, ενώ εγώ δε θέλω με τίποτα να έρθει. Έχω ένα εκατομμύριο πράγματα να κάνω αυτή τη βδομάδα και τρελαίνομαι μόνο που τα σκέφτομαι.

Δεν απαντώ σε σχόλια, αν και τα διαβάζω μεταξύ των διαφόρων που έχω να κάνω, σε λεωφορεία και ουρές (long live the iPhone). Ευχαριστώ για τις ευχές σας, ίσως όταν χτυπήσω το 25 000 limit (γιατί θα το χτυπήσω κάποτε) να βάλω και κάτι στο blog για να μου πείτε πως σας φαίνεται.

Πρώτη φορά έχω τόσο χειροπιαστό στόχο για το γράψιμό μου και είναι απίστευτο πόσο δουλεύει. Τις 130 λέξεις που προανέφερα τις έγραψα μέσα σε 10 λεπτά. Το ότι τις σκεφτόμουν όλη μέρα δεν μετράει. Οι πιο γρήγορες 130 λέξεις που λένε μια ιστορία που έγραψα ποτέ μου… Wow.

Day 1


Καλό μήνα και καλή αρχή.

Έχω 500 λέξεις κι ένα πλήρες plot outline για τουλάχιστο 2 φορές τον στόχο των 50 000. Αν σκεφτεί κανείς πως για να προλάβω να γράψω 50 000 μέσα σε 30 μέρες πρέπει να γράφω 1667 την μέρα είμαι πίσω. But the night is young και θα πάω στο κρεβάτι με το notebook οπότε ποτέ δεν ξέρεις.

Έχω ένα deadline την Τρίτη, η δουλειά για εκείνο είναι 90% done. Not bad, αν σκεφτείς πως σήμερα σκεφτόμου κυρίως το NaNo.

Timewasting activity of the day: Cooking. But I love it, so I forgive myself.

Piece of advice: Picking one’s character’s names in advance saves time. The name generator is helpful though. (<– favourite name: Sophia Aurelia. Poor Sophie…)

Όταν κάποιος γράφει (ή τουλάχιστο όταν εγώ γράφω) χρησιμοποιεί ερεθίσματα από όσα συμβαίνουν γύρω του. Φράσεις που ακούει, εικόνες που βλέπει, ιδέες που διαβάζει. Τα φιλτράρει στο μυαλό του και εμπνέεται. Πόσο όμως από αυτά είναι έμπνευση και πόσο είναι ξεκάθαρο κλέψιμο;

Είχα πει πιο παλιά πως ψάχνω ένα ζευγάρι να κατακλέψω, να χρησιμοποιήσω τη σχέση τους ως blueprint, να της βγάλω τα μέσα-έξω και να την καταγράψω. Είχα και προσφορές, δύο, που τις θυμάμαι κι ίσως κάποτε να τις χρησιμοποιήσω. Ξεκινώντας το φετινό NaNoWriMo έχω ως τη μόνη ένδειξη plot δύο σκηνές. Τρεις γυναίκες σ’ ένα καφέ, μόνες, σε διαφορετικά τραπεζάκια και, ένα ηλιόλουστο απόγευμα σ’ ένα σαλόνι μ’ ένα κίτρινο τοίχο.

Η σκηνή στο καφέ υπάρχει εδώ και 8-9 μήνες. Είχα πάει θυμάμαι στην πόλη να αγοράσω ημερολόγιο και είπα να πιω ένα καφέ, στο μόνο coffee shop που δεν ήταν αλυσίδα. Εκεί γεννήθηκε η σκηνή α’. Η ιστορία πίσω -ή μπροστά- από τον κίτρινο τοίχο (σκηνή β’), δένει τέλεια με τις γυναίκες στο καφέ. Το θέμα είναι -επειδή είμαι αδιόρθωτη- ότι η ιστορία του κίτρινου τοίχου έχει αληθινά στοιχεία και μου τν εμπιστεύτηκε άνθρωπος με σάρκα και οστά που μάλλον δε θα θέλει να διαβάσει τη δραματοποίηση της σχέσης του σε κάποια φάση στο μέλλον…

Έλα όμως που εγώ θέλω να τη γράψω…

Γι’αυτό το γράφω εδώ, αφού είμαι πολύ κότα για να το γράψω σε email.

Άνθρωπε που μου άνοιξες την καρδιά σου το προηγούμενο Σ/Κ,

Θα χρησιμοποιήσω στοιχεία από τη ζωή σου στο NaNoWriMo novel μου. Όπως καταλαβαίνεις, οι πιθανότητες αυτό το πράγμα να δημοσιευτεί είναι ελάχιστες. Εγώ θα το γράψω όμως και μπορεί, μια στα χίλια να εκδοθεί και να το διαβάσουν κι άλλοι.

Αν δε θες να το γράψω, επικοινώνησε μαζί μου και μην ανησυχείς, θα βρω άλλο conflict.


Εγώ (που τώρα νιώθω ενοχές γιατί σ’εκμεταλλεύομαι).




I know, it’s been a while…

Το θέμα με τις σχέσεις -οικογενειακές, φιλικές, ερωτικές- είναι ότι δεν έχουν μόνο δυο παραμέτρους, να τις βάλεις σε μια σειρά, να τα ζυγίσεις τα πράγματα, να αποφασίσεις. Όσο κι αν προσπαθώ να δω τη ζωή μου -κι αυτές των γύρω μου- αντικειμενικά, με λογική, πάντα μπαίνει στη μέση το συναίσθημα και μου χαλάει τη σούμα.

Δύσκολες οι αποφάσεις. Και πολλές οι επιλογές. Σε όλα.

Εγώ προσπαθώ να δω που πάει η ζωή μου, τι θα κάνω έτσι καιρό του χρόνου στα επαγγελματικά μου, ενώ γύρω μου καίγεται ο κόσμος. Κι ενώ εγώ νιώθω πως πνίγομαι στη λίμνη -σαν τη κυρά Φροσύνη ένα πράγμα- βλέπω πως τελικά όλοι γύρω μου στην ίδια κατάσταση βρίσκονται. Να τους πνίγουν άλλα πράγματα, άλλες καταστάσεις, πάντα όμως μια μπότα να σε σπρώχνει κάτω…

Χθες ο καιρός ήταν καταπληκτικός, βγήκε ο ήλιος, βγήκαν και τα σαλιγκάρια απ’ τις τρύπες τους κι έκαναν πικ-νικ στο γρασίδι. Βγήκα κι εγώ κι αγόρασα λουλούδια. Και χαμογέλασα.

Κι αργότερα, εμπνεύστηκα από μια συζήτηση που είχα κι άρχισα να γράφω κάτι άλλο, μικρό διήγημα; Μικρή σκηνή; Δεν ξέρω, θα δω… Φυσικά, πάλι δεν έχω χρόνο να γράψω, όλα γυρίζουν, ξαναγυρίζουν και φεύγουν πριν καλα-καλά το καταλάβω. Είμαι ήδη εδώ ένα μήνα, κι όμως δεν το νιώθω, σαν να κύλησαν σαν νερό από πάνω μου οι μέρες και δεν τις ένιωσα.

Ξέρω πως τις τελευταίες πέντε πάντως, ο μόνος λόγος που στέκομαι στα πόδια μου είναι τα χάπια. Αποσυμφορητικά, βιταμίνες, ταμπλέτες για το λαιμό και μετά βαλεριάνα. Φαρυγγίτιδα που το γύρισε σε γρίπη που ήταν τελικά PMS που κατέληξε σε περίοδο. Το μόνο καλό, ήμουν πολύ χάλια για να έχω νεύρα, γλύτωσαν οι γύρω μου.

Μήπως φταίνε τα φεγγάρια;

Νιώθω πως γυρίζω σαν σβούρα γύρω από τον άξονά μου και στο τέλος το μόνο που καταφέρνω είναι να ζαλίζομαι.

υγ: και θέλω να δηλώσω, πως αυτές οι ταμπλέτες βιταμίνης C που τις διαλύεις στο νερό κι αφρίζουν έχουν απαίσια γεύση. eekk…